Παγκόσμια Προοπτική (2018-24)

Γιατί η προεκλογική διαδικασία δεν είναι πια πολωτική;

Παγκόσμια Προοπτική (2018-24)

 

Καθηγητής Κουντρέντ Μπουλμπούλ*

 

Πολύ σύντομα θα διεξαχθούν Προεδρικές και Βουλευτικές Εκλογές στην Τουρκία. Οι υποψήφιοι και τα πολιτικά κόμματα συνεχίζουν τις προεκλογικές εκστρατείες με αμείωτο ρυθμό. Όταν κοιτάμε την προεκλογική εκστρατεία για τις πρώτες προεδρικές εκλογές της Τουρκίας παρατηρούμε ότι μπορεί να είναι η πιο ήπια διαδικασία στην ιστορία της χώρας. Είναι σχεδόν ανύπαρκτες οι παλιές, σκληρές, πολωτικές, ακραίες προεκλογικές ομιλίες.

Γιατί άραγε;

Η υποχρέωση για μια συμβιβαστική πολιτική προκειμένου να ληφθεί το 50%+1 των ψήφων

Σε προηγούμενες εκλογές μπορούσες να αναλάβεις την εξουσία με 20% στην τουρκική πολιτική. Το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AK Parti) διάλεξε να κάνει το δύσκολο και έγινε σημαιοφόρος της προσπάθειας για την εκλογή του Προέδρου του κράτους με απόλυτη πλειοψηφία (λαμβάνοντας το 50%+1 των ψήφων). Δεν θα είναι αρκετό πια τα πολιτικά κόμματα να δημιουργούν πολιτικές για τη δική τους βάση και να την ενώνουν. Οι υποψήφιοι θα πρέπει να αναπτύσσουν πολιτικές για να λάβουν ψήφο από ευρεία στρώματα της κοινωνίας για να έλθουν στην εξουσία. Για να μπορέσουν να το κάνουν αυτό θα πρέπει να φτάσουν σε νέες μάζες ψηφοφόρων και να τους πείσουν. Η ανάγκη για απόλυτη πλειοψηφία υποχρεώνει όλα τα κόμματα να απομακρυνθούν από τις παλιές πολιτικές που απευθύνονταν μονάχα στους δικούς τους ψηφοφόρους, να αποπλεύσουν από το ασφαλές λιμάνι προς άλλα νέα. Όλα τα κόμματα πρέπει να ανοιχτούν προς ευρύτερα στρώματα της κοινωνίας, να ακολουθήσουν πιο συμβιβαστικές πολιτικές και να συγκρατήσουν τις ακραίες ρητορικές και άτομα.

Δεδομένης της περιφερειακής δυσκολίας της διακυβέρνησης της Τουρκίας, είναι μια θετική εξέλιξη το γεγονός ότι οι υποψήφιοι και τα κόμματα είναι υποχρεωμένα να ακολουθήσουν μια πιο συμβιβαστική πολιτική λόγω του εκλογικού συστήματος.

Το ενδεχόμενο διεξαγωγής 2ου γύρου

Αν και οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι προεδρικές εκλογές θα τελειώσουν στον πρώτο γύρο, τα κόμματα της αντιπολίτευσης και οι υποψήφιοι τους εργάζονται πυρετωδώς για να πάνε στον δεύτερο γύρο. Αν και θεωρητικά το ενδεχόμενο διεξαγωγής δευτέρου γύρου υποχρεώνει τους υποψηφίους και τα κόμματα να χρησιμοποιούν μια πιο περίτεχνη γλώσσα. Ειδικά τα κόμματα της αντιπολίτευσης που δεν έχουν τη δυνατότητα να λάβουν το 50%+1 των ψήφων από τους δικούς τους ψηφοφόρους, είναι αναγκασμένα να αποσπάσουν ψήφους από άλλα κόμματα και εν μέρει από το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης. Αυτό αναγκάζει φυσικά τα κόμματα και τους υποψηφίους να απέχουν από ρητορικές και ενέργειες που θα δυσαρεστήσουν τη βάση των υπολοίπων κομμάτων και να αναπτύσσουν πολιτικές που είναι λιγότερο υπέρ του αποκλεισμού. Κατά το επόμενο διάστημα, σε περίπτωση που δεν είναι επικρατέστερος κάποιος υποψήφιος ή κόμμα, σε περιπτώσεις που ο Πρόεδρος θα εκλεγεί στον δεύτερο γύρο, θα φανεί πιο καλά αυτό που προαναφέραμε. Επειδή σε μια τέτοια περίπτωση τα κόμματα μπορεί να σχηματίσουν διάφορες συμμαχίες κατά το δεύτερο γύρο και θα χρειάζονται τις ψήφους τους, δεν θα σκληρύνουν τη ρητορική τους.

Η πιθανότητα απευθείας υποψηφιότητας των εκλογέων

Υποψήφιο στις προηγούμενες προεδρικές εκλογές μπορούσαν να αναδείξουν μόνο οι κοινοβουλευτικές ομάδες των κομμάτων ή ορισμένος αριθμός βουλευτών. Αυτό, στην πραγματικότητα, ενέχει τον κίνδυνο οι επιθυμίες των ψηφοφόρων να μην αντικατοπτριστούν επαρκώς στην κάλπη. Ήταν μια έλλειψη για τη Δημοκρατία και τις ελευθερίες το οποίο εξαλείφθηκε με το νέο σύστημα. Με 100.000 υπογραφές μπορεί πλέον ο καθένας να θέσει υποψηφιότητα για την Προεδρία. Το δικαίωμα αυτό έχει μια θετική λειτουργία για να κρατήσει μέσα στο σύστημα ειδικά τα μικρά κόμματα και τις περιθωριακές ομάδες. Αν δεν είχε χορηγηθεί αυτό το δικαίωμα τα κόμματα/οι ομάδες αυτές θα μπορούσαν να σκληρύνουν τη στάση τους. Με αυτό το δικαίωμα αυτά τα στρώματα έχουν τη δυνατότητα να αναδείξουν υποψήφιο. Δεν έχουν πια τη δυνατότητα να κατηγορούν το σύστημα σε περίπτωση που συγκεντρώσουν 100.000 ψήφους.

Ο σχηματισμός συμμαχιών πριν τις εκλογές

Παλιά δεν ήταν νόμιμο τα κόμματα να συμμαχούν πριν τις εκλογές. Επειδή πλέον έχουν αυτό το δικαίωμα τα περισσότερα κόμματα κατεβαίνουν στις εκλογές είτε με τη Συμμαχία του Λαού (Cumhur İttifakı) είτε με τη Συμμαχία του Έθνους (Millet İttifakı). Οι συμμαχίες των πολιτικών κομμάτων αποκλιμακώνουν τις πολιτικές εντάσεις με δυο τρόπους. Παλιά οι συμμαχίες και οι συνασπισμοί σχηματίζονταν μετά τις εκλογές. Προεκλογικά διεξάγονταν μια μάχη στήθος με στήθος. Επειδή πια οι συμμαχίες σχηματίζονται πριν τις εκλογές και ισχύουν όλα όσα προαναφέραμε, είναι πιο ήπιοι οι τόνοι στις πολιτικές ρητορικές. Οι σχηματισμοί συμμαχιών προεκλογικά δίνει τη δυνατότητα στους ψηφοφόρους να τις εγκρίνουν ή όχι.

Τα μικρά κόμματα έχουν τη δυνατότητα να κερδίσουν έδρες στη βουλή διότι δεν ισχύει το εκλογικό όριο του 10% όταν εισέλθουν στις εκλογές σε συμμαχία. Η αύξηση της πολιτικής εκπροσώπησης στη βουλή μειώνει τις πολιτικές εντάσεις κατά την προεκλογική εκστρατεία.

Η πολιτική της ταυτότητας υπέρ του αποκλεισμού δεν θα έχουν πια αντίκρισμα

Κατά την προεκλογική εκστρατεία δεν συναντούμε σχεδόν καθόλου επιχειρήματα όπως προοδευτικός-οπισθοδρομικός, κοσμικός-αντικοσμικός, μοντερνισμός και Ατατουρκισμός στα οποία αναφέρονται συνεχώς ειδικά τα αριστερά κόμματα. Δεν θα ήταν ορθολογικό να πούμε ότι τα επιχειρήματα αυτά ξαφνικά δεν έχουν κανένα νόημα για αυτά τα κόμματα. Ο σημαντικότερος λόγος αυτής της αλλαγής ρητορικής είναι το εκλογικό σύστημα που αλλάζει. Το γεγονός ότι δεν θα καταφέρουν να εξασφαλίσουν την απόλυτη πλειοψηφία με την πολιτική ταυτότητας υπέρ του αποκλεισμού που βασίζεται στη δικιά τους βάση υποχρεώνει τα κόμματα να αναθεωρήσουν την πολιτική που ασκούν εδώ και πολλές δεκαετίες. Η ανάγκη για στήριξη από ευρεία μερίδα στρωμάτων της κοινωνίας και όχι στην πολιτική της ταυτότητας υπέρ του αποκλεισμού για να έλθουν στην εξουσία, καθιστά υποχρεωτική στα κόμματα την αλλαγή. Η υποχρέωση να επικοινωνήσουν τα κόμματα με διαφορετικά στρώματα της κοινωνίας είναι μια θετική εξέλιξη για την Τουρκία.

Ο αποκλεισμός των παρακλαδιών της τρομοκρατίας

Ένας άλλος αξιοπρόσεκτος προεκλογικός παράγοντας είναι το γεγονός ότι κανένα κόμμα δεν έχει, αν και φαινομενικά, προχωρήσει σε συμμαχία με το HDP το οποίο δεν μπορεί να πάρει αποστάσεις από τις τρομοκρατικές οργανώσεις. Η κοινωνική αυτή πίεση είναι μια θετική εξέλιξη για την λειτουργία της Δημοκρατίας εντός των κανόνων της. Τα πολιτικά κόμματα από τη μια κατεβαίνουν στις εκλογές ως μια πολιτική και δημοκρατική οργάνωση και από την άλλη δεν θα μπορέσουν πια να χαιρετάνε τα βουνά και την τρομοκρατία και δεν θα μπορούν να πάρουν εντολές από μη αιρετά μέλη της τρομοκρατίας.

Αυξανόμενος λαϊκισμός

Η ανάγκη για στήριξη από ευρεία μερίδα των στρωμάτων της κοινωνίας έχει αυξήσει και τον λαϊκισμό. Ειδικά τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν σκέφτονται τι μπορούν να παραγάγουν αλλά πως μπορούν να διαλύσουν και τι. Αυτό οφείλεται και στο γεγονός ότι η χώρα είναι πια μια χώρα των 10.000 δολαρίων και όχι τον 2.000 δολαρίων και δεν έχει ανάγκη 80 σεντ. Ωστόσο όλες οι λαϊκίστικες δαπάνες, φόροι κλπ. μπορούν να καλυφθούν μόνο με τίμημα που καταβάλλουν άλλοι. Η αύξηση της φορολογίας θα συρρικνώσει τις αγορές, τον πολιτικό χώρο και θα μειώσει την παραγωγή. Η υπόσχεση το να προσφέρεις τα πάντα στον καθένα χωρίς κανένα αντάλλαγμα θα έχει ως αποτέλεσμα την παύση της παραγωγής, δηλαδή ισότητα στην φτώχεια.

Νέα πολιτική: Η επιδίωξη του δυνατού και όχι του ακραίου..

Σε μια κατάσταση κατά την οποία η Τουρκία είναι αντιμέτωπη με σοβαρούς κινδύνους είναι ζωτικής σημασίας για τη διαιώνιση της χώρας να υιοθετούνται περισσότερο πολιτικές που ενώνουν και όχι που διχάζουν, που συσπειρώνουν και όχι που πολώνουν, που με την πολιτική της ταυτότητας δίνουν προτεραιότητα σε μεγάλα κοινωνικά στρώματα και όχι στις μικρές κοινότητες. Το προεδρικό σύστημα διακυβέρνησης από ότι φαίνεται έχει κιόλας καταφέρει να το πετύχει. Οι υποψήφιοι και τα κόμματα για να μπορέσουν να λάβουν περισσότερες ψήφους θα πρέπει να επιδιώξουν αυτό που είναι δυνατό και όχι το περιθωριακό/ακραίο. Άλλωστε η πολιτική «είναι η τέχνη του δυνατού».

*Ο καθηγητής Κουντρέντ Μπουλμπούλ είναι κοσμήτορας της Σχολής Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Γιλντιρίμ Μπεγιαζίτ της Άνκαρα.



ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ